
Χνουδάτες επαφές στο πρόσωπό μου και τα χείλια μου ξερά σχηματίζουν νοητές ελλείψεις στα μάγουλά της όντας ανολοκλήρωτες επαφές. Εγκαταλελειμμένες υγρές ανάσες ανεμοδέρνουν τον άνυδρο ώμο μου. Μνήμες αφής ανασύρονται στα πονεμένα και τόσο απορημένα ακροδάχτυλά μου, που αναβιώνουν ένα ιδιαίτερο παρελθόν, πάνω στο αυλάκι της σπονδυλικής στήλης ενός άλλου γυναικείου κορμιού.
Το φυσικό τέλος της νύχτας -το επόμενο πρωί, φέρνει τον γνώριμο θάνατο, τον επανειλημμένα μετρημένο, όπως ο χρόνος που χρειάστηκε κάθε φορά για να γίνω αποδέκτης παροδικής τρυφερότητας, πότε γνήσιας πότε τυχαίας...